Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2012

Xόρχε Μπουκάι, ο δρόμος της συνάντησης

Ξέρουμε πού βρίσκεται κάθε πράγμα και κάθε άτομο που αγαπάμε, αλλά πολλές φορές δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε εμείς. Σαν να ξεχάσαμε τη θέση μας στον κόσμο. Μπορούμε πολύ γρήγορα να εντοπίσουμε τη θέση των άλλων, τη θέση που έχουν οι άλλοι στη ζωή μας, και καμιά φορά μπορούμε να προσδιορίσουμε ακόμα και τη θέση που κατέχουμε εμείς στη ζωή των άλλων. Έχουμε, όμως, ξεχάσει ποια θέση κατέχουμε εμείς στη δική μας τη ζωή. (Xόρχε Μπουκάι, ο δρόμος της συνάντησης)

Μικρόκοσμος-Ν.Χικμέτ

Ποίηση : Ναζίμ Χικμέτ Απόδοση στα ελληνικά : Γιάννης Ρίτσος Μουσική : Θάνος Μικρούτσικος Και να, τι θέλω τώρα να σας πω Μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας, φράξαν το δρόμο σ' έναν άνθρωπο. Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε. Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι να υψώσω το κεφάλι στ' αστροφώτιστα διαστήματα. Θα πείτε, τ' άστρα είναι μακριά κι η γη μας τόση δα μικρή. Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ' άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε .

Για σένα χτυπά η καμπάνα

Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του ένα Νησί ακέραιο και ξεχωριστό`κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της Ηπείρου,ένα κομμάτι της ενδοχώρας`αν η θάλασσα πάρει μαζί της ένα σβόλου χώμα,η Ευρώπη λιγοστεύει,σαν να ήταν ένα Ακρωτήρι ή σαν να ήταν ένας Πύργος,φίλων σου ή δικός σου`ο θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει,γιατί ανήκω στην Ανθρωπότητα.Γι'αυτό,μη στέλνεις ποτέ να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα`για σένα χτυπά.                                                                                                               John  Donne

Η γη...στέγνωσε

Μαράθηκε το λουλούδι την τελευταία ανάσα την πήραν τα σύννεφα το χώμα σχίστηκε η γη...στέγνωσε  ότι είχε να δώσει  στη καυτή λάβα  το απέθεσε  μια μέρα μεσημέρι 

Το κίτρινο καναρίνι

Θυμάσαι το καναρίνι που είχαμε όταν ήμασταν μικροί; το κίτρινο καναρίνι στο χρυσό κλουβί που κελαϊδούσε, όταν έτρεχε η βρύση; Αντηχούσε το τραγούδι του σε όλο το σπίτι Θυμάσαι;                                                                                               Πάντα καθαρό το κλουβί του ,περιποιημένο κανναβούρι στο μπολ,νερό και ένα αυγό βρασμένο σφιχτό σε ειδική θέση για να τσιμπολογεί και όταν ήταν καλές οι μέρες ο πατέρας το έβγαζε στο μπαλκόνι ,κρεμασμένο το κλουβί του σε καρφί στο τοίχο δίπλα στη μπαλκονόπορτα να ρουφάει ,σαν σφουγγάρι ,τις ζεστές ακτίνες του ήλιου στο κορμάκι του Θυμάσαι; Τσιτσιφρίγκο το φωνάζαμε το προσέχαμε σαν μικρό παιδί και λέγαμε ότι και την πορτούλα να αφήσουμε ανοιχτή δεν θα φύγει είναι ευχαριστημένο μέσα στο χρυσό κλουβί Θυμάσαι; Πέρασε καιρός. Δυο χρόνια το είχαμε το καναρίνι αυτό μες στο χρυσό κλουβί και κελαϊδούσε... και κελαϊδούσε... και κανείς δεν κατάλαβε ότι μας προειδοποιούσε: κανείς δεν ζει σε κλουβί ,σκλαβιά είναι κι

Το πλουμιστό φίδι

 Πριν από πολλά χρόνια ζούσε ένας ξακουστός κυνηγός που συνήθιζε να κυνηγάει παντού,σε όλο το δάσος και που πάντα γυρνούσε με πολύ πλούσιο κυνήγι.  Μια μέρα επέστρεφε κρατώντας κάμποσα πουλιά.Στην άκρη του δρόμου είδε ένα φίδι.Ήταν ένα όμορφο,πολύχρωμο φίδι,το σώμα του κάλυπταν πανέμορφα χρώματα και τα μάτια του τον κοίταγαν φιλικά.Ο κυνηγός σταμάτησε για λίγο και το παρατηρούσε.Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν πεινασμένο, του πέταξε ένα από τα πουλιά και συνέχισε το δρόμο του.  Την επόμενη βδομάδα πέρασε από το ίδιο μέρος κρατώντας μερικά κουνέλια που είχε σκοτώσει και ξαναείδε το φίδι.Ήταν ακόμα πολύ όμορφο και φιλικό,αλλά είχε κάπως μεγαλώσει.Του πέταξε ένα κουνέλι του φώναξε "γεια" και συνέχισε το δρόμο του.Λίγο καιρό αργότερα,ο κυνηγός ξανασυνάντησε το φίδι.Είχε μεγαλώσει πολύ,αλλά φαινόταν ακόμα φιλικό μα και πεινασμένο.Ο κυνηγός κρατούσε αυτή τη φορά μερικές γαλοπούλες,σταμάτησε και έδωσε μια απ'αυτές στο φίδι.Μετά από καιρό,γυρνώντας σπίτι του,ο κυνηγός είχε στην

Μίκρυνε ο κόσμος

Κάθε βράδυ...

Πέρασε αγέρωχος,όπως κάθε βράδυ. Το καπέλο του ,ψάθινο, ώριμο στάχυ,γερμένο στη πλάτη του, το συγκρατούσαν δυο κίτρινα κορδόνια πλεγμένα περίτεχνα. Στον ώμο του κρεμασμένη η κιθάρα του, σαν όπλο φαντάρου σε πορεία. Έστριψε στη γωνία του δρόμου μπαίνοντας στο μικρό σοκάκι... κισσοί και αναρρυχώμενες τριανταφυλλιές είχαν ντύσει τους τοίχους. Το ήξερε καλά το σοκάκι .Μέρες τώρα το επισκεπτόταν. Στο τέλος του βρισκόταν το όνειρο του.Το όνειρο που το είχε συναντήσει μια μέρα του Ιούνη περνώτας τυχαία από εκεί. Το όνειρο με τα ξανθά μαλλιά ,το λευκό δέρμα και τα μάτια...θάλασσα.Άγγελος της καρδιάς του. Το όνειρο που και ο ήλιος θα ζήλευε τη λάμψη από το χαμόγελο της. Εκεί...στην άκρη του δρόμου ήταν το στέκι του κάτω από το μυρωμένο μπαλκόνι της αγαπημένης του. Εκεί...ξεκρέμαγε την κιθάρα από τον ώμο του, άγγιζε της χορδές της και χανόταν σε κόσμους μακρινούς και ονειρεμένους σαν Δον Κιχώτης που βρήκε τη Δουλτσινέα του ύστερα από πολλά χρόνια περιπλάνησης στα

Ελευθερία

Δεν μπήκα σε καλούπια... γεννήθηκα μεγάλος σε ένα κόσμο που είναι ακόμη στα σπάργανα... Ο δρόμος μου.. πολλές φορές μοναχικός πάνω σε τούτη'δω τη γη. σε όσα πηγάδια και να έψαξα για νερό, γεύτηκα τον τελειωμό της γλύκας του νερού και την αρχή της λάσπης. Δεν ζήτησα να'ρθώ, ούτε κι αυτός που είμαι. Πήρα το δάκρυ και το έκανα γέλιο... το κρέμασα στην άκρη των χειλιών μου και μ'αυτό ταξίδεψα στη ζωή....σαν Άνεμος Αλήτης.                                                                                               ά.α.

Σήμερα Θέλω...

Σήμερα θέλω... να μικρύνει ο κόσμος, να κάνω ένα βήμα  και να έρθω εκεί εκεί... στον παράδεισο  της καρδιάς σου .

Μια Πατρίδα Γυρεύω να Βρω

Στίχοι: Δημήτρης Υφαντής Μουσική: Δημήτρης Υφαντής Πρώτη εκτέλεση: Τρίφωνο Του Αιόλου ασκί ανοιχτό η σειρήνα στο ξάρτι δεμένη με μένα Μία κρύβομαι, μια κυνηγώ τα νερά τ' αγριεμένα με φωνάζουν κανένα Μια πατρίδα γυρεύω να βρω γερασμένη, πιστή μου ζωή Πριν να φύγω για αλλού ναυαγώ σαν κανένας κερνώ το κρασί Βάζουν Κύκλωπες μπρος στη σπηλιά ένα βράχο του ονείρου την πόρτα να κλείσουν Μαγεμένα της Κίρκης φιλιά μην αφήσεις καρδιά μου ποτέ να σ' αγγίξουν

η ζωή θέλει δυο χέρια

... Δύσκολο το μονοπάτι ανήφορος έλα...άπλωσε το χέρι σου ζέστανε το δικό μου η ζωή θέλει δυο χέρια  σφικτά δεμένα δυο καρδιές που θα γίνουν ένα

Αυτός που σωπαίνει

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης ** Απαγγελία: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ** Οπτικοποίηση: Στέλλα Δενδηλιάρη ** Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια με τις σκοτεινές σκάλες τους που οδηγούνε άγνωστο που... Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές που αρνούνται κλαίνε λίγο κι ύστερα ενδίδουν και τ' άλλο πρωί, αερίζουν το σπίτι απ' τους μεγάλους στεναγμούς... Στα παλαιικά κρεβάτια με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου κι ύστερα αποκοιμήθηκαν γλυκείς κι απληροφόρητοι σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια Όμως εσύ σωπαίνεις... Γιατί δε μιλάς; Πες μου! Γιατί ήρθαμε εδώ; Από που ήρθαμε; Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα; Τι θέλουν να πουν; Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!! Όλα θα άλλαζαν... Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα... δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους, το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά... Κι ολόκληρο το άγνωστο

ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΖΩΗ

http://bouzaskostas.blogspot.gr/   (Κώστας Μπούζας: 2010) Τα παραμύθια έχουν γίνει οι εμμονές μας, δεν κάνουμε εμείς χωρίς αυτά. Σ’ οθόνες μέσα ζούμε τις ζωές μας και σε ανιήλαγα δωμάτια, κλειστά. Στους δρόμους περπατάμε υπνωτισμένοι, δεν μας αγγίζει πια καμία ομορφιά. Θαρρείς και προχωράμε κουρδισμένοι, σ’ επιλεγμένη από τα πριν στενή τροχιά. Στα πάρκα δεν καθόμαστε πια τώρα, λουλούδια δεν προσφέρουμε ποτέ, δεν ανταλλάσσουμε καθόλου πλέον δώρα, τον διπλανό μας δεν φωνάζουμε αδερφέ. Θα σε ρωτήσω αγαπητέ μου συμπολίτη και θέλω να μου πεις ειλικρινά, αν τον φτωχό ακόμα λες αλήτη, αν τον συνάνθρωπό σου βλέπεις φιλικά. Αν τελευταία αντίκρισες τα άστρα. Αν κάποτε ατένισες μακριά. Αν γύρω σου ακόμα χτίζεις κάστρα. Αν χαμογέλασες ποτέ σου στα παιδιά. Τα παραμύθια έχουν γίνει οι εμμονές σου, σε ψεύτικες εικόνες μέσα ζεις, με πλαστικές χαρές γεμίζεις τις στιγμές σου        με δόξα χάρτινη πασχίζεις να σωθείς.