Το πνεύμα του καλαμποκιού

Ένα παραμύθι των Τσιπεγουά 

  Πριν πολλά χρόνια ,μια ομάδα Ινδιάνων της φυλής Τσιπεγουά είχε πλούσια συγκομιδή καλαμποκιού. Ήταν τόσο πλούσια που οι άνθρωποι έγιναν εγωιστές, ακατάδεχτοι και σπάταλοι.Έτρωγαν περισσότερο από όσο χρειαζόταν , έδιναν καλαμπόκι στα σκυλιά και άφηναν ένα μέρος της συγκομιδής να σαπίζει στα χωράφια. Τα χρησιμοποιούσαν τις καλαμποκορόκες στο παιχνίδι τους και έπειτα τις πετούσαν στις βρομιές.
  Όταν έφαγαν όσο μπόρεσαν να φάνε , έθαψαν ό,τι περίσσεψε στη γη και έφυγαν για να κυνηγήσουν. Μα παρ'όλο που έβλεπαν μεγάλους ταράνδους και ελάφια με μεγάλα κέρατα , δεν μπορούσαν ούτε να πιάσουν ούτε να σκοτώσουν κανένα ζώο. Οι κυνηγοί ήταν σαν να έριχναν στα τυφλά. Τα βέλη έχαναν το στόχο τους και τα ζώα εξαφανίζονταν τρέχοντας με διπλάσια ταχύτητα απ'ότι συνήθως. Χωρίς φρέσκο κρέας , οι τροφές που πήραν μαζί τους γρήγορα τελείωσαν. Η πείνα πλησίαζε.
  Τότε θυμήθηκαν το καλαμπόκι που είχαν θάψει στο χωριό και έστειλαν μερικούς άνδρες να το φέρουν. Αλλά τα πουλιά το είχαν φάει όλο.
  Σφίχτηκε η καρδιά τους από τη στεναχώρια , όταν οι άνδρες γύρισαν με άδεια χέρια.
 "Γιατί να τιμωρούμαστε έτσι ; " αναρωτήθηκαν. Συνέχισαν να αναρωτιούνται , ενώ χτυπούσαν τα τύμπανα και τραγουδούσαν τα ιερά τους τραγούδια.
  Ανάμεσα τους ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε πάρει μέρος στη σπατάλη του καλαμποκιού. Αντίθετα , λυπήθηκε πολύ για τον τρόπο που μεταχειρίστηκε ο κόσμος το καλαμπόκι , αυτό το θαυμάσιο δώρο του Άρχοντα της Ζωής.
  Περιπλανήθηκε μόνος στο δάσος και σκεφτόταν την τόση σπατάλη και τον εγωισμό τους. Εκεί μακριά άκουσε τους ήχους από τα τύμπανα και τα τραγούδια της φυλής του. Προσπαθούσαν να καθησυχάσουν τα πνεύματα που είχαν θυμώσει. Αφού διέσχισε το πυκνό δάσος , εκεί που δεν υπήρχαν ίχνη ανθρώπου , έφτασε σε ένα λιβάδι. Στη μέση του λιβαδιού βρισκόταν ένας λόφος και πάνω του μια καλύβα από φλούδες βελανιδιάς. Όσο πλησίαζε , άκουγε από την καλύβα κλάματα και αναστεναγμούς.
  Όταν μπήκε μέσα είδε ένα μικροκαμωμένο άνθρωπο ξαπλωμένο σε μια βρόμικη , σκισμένη προβιά. Ο άνθρωπος αυτός ήταν χλωμός και άρρωστος και μόλις τον είδε του είπε : "Δες πόσο άσχημα με μεταχειρίστηκαν οι δικοί μου. Είμαι ο καλύτερος φίλος τους και όμως με ταπείνωσαν και με έριξαν στη βρομιά. Άφησαν τα σκυλιά να ξεσκίσουν τα ρούχα μου. Με κακομεταχειρίστηκαν με κάθε τρόπο. Γι'αυτό υποφέρουν τώρα. Οι φίλοι δεν μπορεί να μαλώσουν χωρίς να πληγώσει ο ένας τον άλλον."
  Ο επισκέπτης κατάλαβε ποιος ήταν αυτός που άκουγε , ποιος ήταν ξαπλωμένος στη βρόμικη προβιά και ανησύχησε. Η αδύναμη φωνή συνέχισε : "Είμαι ευχαριστημένος που ήρθες και βλέπεις πόσο άσχημα ζω. Δεν έχω νερό στο σταμνί μου. Δεν έχω ρούχα , δεν έχω ούτε φύλλα από τα δέντρα για να προστατευτώ από το κρύο. Ζιζάνια μεγαλώνουν στο κήπο μου. Αγρίμια τριγυρνούν γύρω από την καλύβα μου. Σύντομα θα με κατασπαράξουν. Γύρνα στο λαό σου και πες του τι είδες και τι άκουσες. Είμαι το Πνεύμα του Καλαμποκιού."
  "Λέει πως εσείς του προκαλέσατε όλα αυτά τα βάσανα. Λέει ακόμα πως η σπατάλη προκάλεσε τους δικούς σας πόνους."
  Οι άνθρωποι άκουσαν προσεκτικά αυτά που τους διηγήθηκε και κατάλαβαν ξαφνικά το λάθος που έκαναν. Ξαναγύρισαν γρήγορα στο χωριό , στα παρατημένα χωράφια τους που είχαν γεμίσει ζιζάνια. Θυσίασαν ένα σκύλο στο Πνεύμα του Καλαμποκιού  και άεχισαν να δουλεύουν και να προετοιμάζουν τη σπορά. Τ ο λίγο καλαμπόκι που είχαν αφήσει τα πουλιά , το έκαναν σπόρο και το φύτεψαν με προσοχή. Έπειτα τραγούδησαν τα τραγούδια της σποράς. Κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι το θέρισμα , η συγκομιδή ήταν πλούσια και τη χρησιμοποίησαν συνετά.
  Όταν έφτασε ο καιρός του κυνηγιού , είχαν πολύ και πλούσιο κυνήγι , αλλά θρηνούσαν ακόμα για την απερισκεψία και τη σπατάλη τους.

                         ΆΚΟΥ ,ΛΕΥΚΈ - ΛΑΡΣ ΠΕΡΣΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου