Κύριε! με όργωσες. Μου πέταξες έξω τα νεύρα , το υνί σου σκοντάφτει στο κόκκαλο. Πες μου τι ψάχνεις να βρεις επιτέλους; Γυρεύεις τους σπόρους που ανθίζουν την ποίηση; Γυρεύεις τα χρώματα; Άδικα ! Με σκότωσες άδικα , Κύριε , και σήμερα ! χάλασε αν θέλεις έναν πλανήτη σου. Δεν έκανες τίποτα. Μάταια πόνεσες πάλι τα χέρια σου. Ό,τι κι αν κάνεις , μ'αυτά μου τα χρώματα , μ'αυτούς μου τους σπόρους εγώ- την εκκλησιά θα την χτίσω. Κουβαλάω στους ώμους μου κολώνες φωτός να στηρίξω τον κόσμο. (απ'το "Βάθος του Κόσμου)